Τρίτη, 12 Φεβρουαρίου 2019

Σποραδικώς εμφανιζόμενοι εντομολογικοί εχθροί οπωροφόρων αλλά εξίσου επιζήμιοι - Κηροπλάστες (Ceroplastes rusci & Ceroplastes japonicus)

Σάββας Σ. Παστόπουλος1, Κωνσταντίνος Καζαντζής2 1: Γεωπόνος MSc, Ν. Μυλότοπος Γιαννιτσών | 2: Γεωπόνος Τ.Ε., ΕΛ.Γ.Ο. “ΔΗΜΗΤΡΑ”, Ινστιτούτο Γενετικής Βελτίωσης και Φυτογενετικών Πόρων, Τμήμα Φυλλοβόλων Οπωροφόρων Δένδρων Νάουσας
Σποραδικώς εμφανιζόμενοι εντομολογικοί εχθροί οπωροφόρων αλλά εξίσου επιζήμιοι - Κηροπλάστες (Ceroplastes rusci & Ceroplastes japonicus)

Μια νέα σειρά άρθρων από τον ΕΛ.Γ.Ο. “ΔΗΜΗΤΡΑ” - Ινστιτούτο Γενετικής Βελτίωσης και Φυτογενετικών Πόρων - Τμήμα Φυλλοβόλων Οπωροφόρων Δένδρων Νάουσας, με τίτλο: “Σποραδικώς εμφανιζόμενοι εντομολογικοί εχθροί οπωροφόρων αλλά εξίσου επιζήμιοι”.

Το β΄άρθρο αφορά στα έντομα Κηροπλάστες (Ceroplastes rusci & Ceroplastes japonicus)

Οι κηροπλάστες Ceroplastes rusci (Linnaeus) και Ceroplastes japonicus (Gray) (Hemiptera: Coccidae) είναι σοβαροί, κατά περίπτωση, εχθροί για πολλές καλλιέργειες όπως τα εσπεριδοειδή, τη συκιά αλλά και το λωτό (Φωτογραφίες 1 και 2).

Στην Ελλάδα πιο διαδεδομένος είναι ο Ceroplastes rusci ενώ τελευταία επισημάνθηκε και ο Ceroplastes japonicus (Παπαδοπούλου και συνεργάτες, 2017).

Στην περιοχή της Μεσογείου o Ceroplastes rusci αναφέρθηκε από τον Talhouk (1975), ως εχθρός των εσπεριδοειδών με παρουσία στην Ελλάδα, Τουρκία, Ιταλία, Ισραήλ, Κύπρο, κ.α., ενώ η πρώτη επιστημονική περιγραφή για την Ελλάδα έγινε από τον Αναγνωστόπουλο (1939), ο οποίος μελέτησε και τη βιολογία του εντόμου αλλά η παλαιότερη αναφορά είναι από την εποχή του Θεόφραστου (370-285 π.Χ.) (Silvestri και Martelli, 1908).

Πλέον και σύμφωνα με τις τελευταίες έρευνες, είναι ένα έντομο που έχει εντοπισθεί και αναγνωρίζεται ως εχθρός σε όλες τις Ηπείρους του πλανήτη (CABI, 2011; Ben-Dov, 1993).

Στο παρόν πόνημα θα παρουσιαστεί η βιολογία και αντιμετώπιση του Ceroplastes rusci (Linnaeus) που είναι και το πιο σύνηθες είδος στην Ελλάδα.

Το έντομο είναι ένα Ημίπτερο Κοκκοειδές. Το ενήλικο θηλυκό είναι συνήθως λευκό ή ελαφρώς ροζ. Έχει μήκος 3-5 χιλ. και πλάτος 2-3 χιλ. Το σώμα καλύπτεται από 9 κηρώδεις πλάκες, μία νωτιαία μεγάλη και οχτώ μικρότερες. Κάτω από τις πλάκες το σώμα του εντόμου είναι κόκκινο.

Αντιθέτως, το αρσενικό είναι πτερωτό με μήκος 1-1,2 χιλ. και έχει το χρώμα τις σκουριάς. Τέλος, η προνύμφη του εντόμου έχει σχήμα άστρου και χρώμα κόκκινο, ενώ στην πορεία με την έκπτυξη των κηρωδών νηματίων αποκτά υπόλευκο χρώμα (Φωτογραφίες 2, 3 και 4). Οι προνύμφες και το τέλειο του εντόμου έχουν την ικανότητα να μετακινούνται (Τζανακάκης και Κατσόγιαννος, 2003).

Φωτογραφία 1

Φωτογραφία 1. Διαχειμάζουσες μορφές Κηροπλάστη.

Από το 1994 και μετέπειτα γίνονται ενδελεχείς έρευνες που σκοπεύουν στη μελέτη της βιολογίας, των σταδίων ανάπτυξης και της μορφολογία του εντόμου (Qin και Gullan, 1994; Ben-Dov et al., 2000). Αν και οι πρώτες έρευνες σκόπευαν στη μορφολογία και στα στάδια των προνυμφών και των αρσενικών, το 2010 οι Pellizzari et al. (2010) προχώρησαν σε εξονυχιστική μελέτη της μορφολογίας των σταδίων των θηλυκών ατόμων.

Το έντομο έχει 1-2 γενιές το έτος, ανάλογα με τις κλιματικές συνθήκες τις κάθε περιοχής. Στην Ελλάδα σύμφωνα τους Τζανακάκη και Κατσόγιαννο (2003) έχει 2 γενιές. Ουσιαστικά υπάρχει μία γενιά την άνοιξη που προέρχεται από τα διαχειμάζοντα θηλυκά και μία γενιά στο τέλος του Καλοκαιριού προς Φθινόπωρο (Belguendouz et al., 2012).

Το έντομο διαχειμάζει κυρίως ως προνύμφη 3ου σταδίου ή ως ενήλικο γονιμοποιημένο θηλυκό επάνω στους ξενιστές (Φωτογραφία 1).

Ανάλογα με την περιοχή και τις εκάστοτε κλιματικές συνθήκες τον Απρίλιο-Μάιο το θηλυκό γεννά περί τα 1000-1500 αυγά και οι πρώτες προνύμφες εμφανίζονται στα τέλη Μαΐου και εγκαθίστανται επάνω στα φύλλα και τους νεαρούς βλαστούς απ’ όπου απομυζούν τους χυμούς μέχρι το στάδιο της ενηλικίωσης.

Τα ενήλικα εμφανίζονται τον Ιούλιο και αρχίζουν την αναπαραγωγή. Κάποια από τα είδη των εντόμων αυτών βρέθηκε ότι αναπαράγονται και παρθενογενετικά (Pellizzari και Camporese, 1994). Τέλος Αυγούστου εμφανίζονται οι νέες προνύμφες. Περί τα τέλη του Φθινοπώρου οι προνύμφες και τα ενήλικα μετακινούνται επάνω στους βλαστούς για να διαχειμάσουν (Inserra, 1970; Benassy και Franco, 1974; Hamon και Williams, 1984).

Φωτογραφία 2

Φωτογραφία 2. Προσβολή νεαρής βλάστησης δένδρου λωτού από Κηροπλάστη.

Οι κηροπλάστες αποτελούν σοβαρούς εχθρούς των εσπεριδοειδών, της φιστικιάς, της συκιάς, του λωτού (Φωτογραφία 2), της κυδωνιάς (Φωτογραφία 3), κ.ά. Προκαλούν άμεσες και έμμεσες ζημιές στα δένδρα. Η άμεση ζημιά προέρχεται από την απομύζηση των χυμών του δένδρου η οποία προκαλεί καχεξία, μειωμένη ανάπτυξη και παραγωγή. Ενώ έμμεσα προκαλεί αισθητική ζημιά καθώς τα εκκρίματα του εντόμου ευνοούν την παραγωγή του μύκητα της καπνιάς (Capnodium spp.).

Η αντιμετώπιση του εντόμου είναι δύσκολη και απαιτεί άριστες γνώσεις της βιολογίας του. Στην Ελλάδα και ανάλογα με την καλλιέργεια, έχουν δοθεί διάφορες εγκρίσεις για την χημική καταπολέμηση του από το ΥΠ.Α.Α.Τ. Η εφαρμογή θερινού πολτού είναι απαραίτητη το χειμώνα πάντως, για την καταπολέμηση μέρους του πληθυσμού. Η χρήση ρυθμιστών ανάπτυξης όπως το fenoxycarb και το pyriproxyfen απευθύνεται στις προνύμφες νεαρών σταδίων στις οποίες η επιτυχία του ψεκασμού είναι πολύ μεγάλη, ωστόσο ψεκασμοί σε διαφορετικούς χρόνους με αυτά τα σκευάσματα είναι ανούσιοι και η αποτελεσματικότητα μηδενική. Στα ίδια στάδια απευθύνεται και η χρήση της δραστικής ουσίας spirotetramat, η οποία έχει διασυστηματική κίνηση μέσα στο φυτό.

Φωτογραφία 3

Φωτογραφία 3. Προσβολή δένδρου κυδωνιάς από Κηροπλάστη.

Τα τελευταία χρόνια γίνονται προσπάθειες ανάπτυξης μεθόδων βιολογικής καταπολέμησης του εντόμου. Μία πολλά υποσχόμενη είναι η εφαρμογή του εντομοπαθογόνου μύκητα Alternaria infectoria. Το 91% των αυγών είχαν προσβληθεί από το μύκητα 15 ημέρες μετά την εφαρμογή στο εργαστήριο (Shabana και Ragab, 1997).

Επίσης, το έντομο έχει πλήθος φυσικών εχθρών που παρασιτούν στις προνύμφες. Σύμφωνα με έρευνες στην νοτιοανατολική Τουρκία αναγνωρίσθηκαν ως εχθροί τα είδη: Scutellista spp. (Hymenoptera: Pteromalidae), Aprostocetus toddaliae (Risbec) (Hymenoptera: Eulophidae), Microterys neitneri (Motschulsky) (Hymenoptera: Encyrtidae), Chyrsoperla carnea (Steph.), Conwentzia spp. (Neuroptera: Chrysopidae), Paraseiulus soleiger (Ribaga) (Acarina: Phytoseiidae), Scymnus rubromaculatus (Goeze), Coccinella spp., Rodolia cardinalis (Muls) και Stethorus spp. (Coleoptera: Coccinellidae) (Oztemiz et al., 2008).

Στην Ελλάδα, οι Stathas et al. (2003) μελέτησαν φυσικούς εχθρούς του εντόμου Ceroplastes sinensis στην περιοχή της Κεντρικής Ελλάδας εντοπίζοντας ως βασικότερο το Scutellista caerulea (Fonscolombe) (Hymenoptera: Pteromalidae). Στη συγκεκριμένη έρευνα το έντομο διαχείμασε ως προνύμφη 3ου σταδίου και ως ενήλικο θηλυκό. Πρώτες προνύμφες εμφανίστηκαν από το τέλος Ιουλίου και μερικές από αυτές ενηλικιώθηκαν αργά το Φθινόπωρο.

Φωτογραφία 4

Φωτογραφία 4. Προσβολή φύλλου δένδρου δάφνης από Κηροπλάστη.

Συμπερασματικά, οι κηροπλάστες μπορούν να αποτελέσουν σημαντικούς εχθρούς για τις καλλιέργειες. Ειδικότερα, στα εσπεριδοειδή, στη συκιά, στο λωτό, στην φιστικιά και στα καλλωπιστικά (Φωτογραφία 4).

Ο βιολογικός κύκλος του εντόμου χρίζει περεταίρω έρευνας προκειμένου να διευκρινιστούν οι ακριβείς ημερομηνίες παρουσίας των σταδίων των εντόμων.

Η καταπολέμηση του εχθρού πρέπει να γίνεται πάντα σύμφωνα με τις εκάστοτε εγκρίσεις και μελέτη του βιολογικού κύκλου του εντόμου.

Η χρήση του θερινού πολτού το χειμώνα (εφόσον έχει έγκριση στην εκάστοτε καλλιέργεια) είναι σημαντική για την καταπολέμηση ειδικά στις καλλιέργειες που δεν υπάρχουν περεταίρω εγκρίσεις δραστικών ουσιών.

Σχετικές οπτικοακουστικές παραπομπές από τον ελλαδικό χώρο:

1. Προσβολή δένδρων λωτού από Κηροπλάστη

2. Προσβολή δένδρων κυδωνιάς από Κηροπλάστη

 


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Αναγνωστόπουλος Π.Θ. (1939). Οι Εχθροί των Καρποφόρων Δένδρων. Αθήναι 1939.

Belguendouz Β., Menzer N., Khouddour A. (2012). Biology of Ceroplastes rusci L. (Coccoidea: Lecanidae) on fig tree, Ficus carica L. in the area of Médéa (Algeria) Agric. Biol. J. N. Am., 2012, 3(5): 208-212.

Ben-Dov Y. (1993). A Systematic Catalogue of the Soft Scale Insects of the World. Sandhill Crane Press, Inc Gainesville, FL. Flora and Fauna Handbook No. 9., 536 pp.

Ben-Dov Y., Matile Ferrero D., Gafny R. (2000). Taxonomy of Ceroplastes rubens Maskell with description of a related new species (Hemiptera: Coccoidea: Coccidae) from Reunion, including DNA polymorphism analysis. Annales de la Société Entomologique de France, 36(4), 423–433.

Benassy C., Franco E. (1974). Sur l' ecologie de Ceroplastes rusci L. (Homoptera, Lecanoidae) dans les Alpes Maritimes. Annales de Zoologie - Ecologie Animale, 6, 11–39.

CABI (2011). Ceroplastes rusci. Distribution Maps of Plant Pests. http://www.cabi.org/dmpp/?loadmodule=review&page=4049&reviewid=113919&site=164, 15 April 2011.

Hamon A.B., Williams M.L. (1984). The soft scale insects of Florida, in Arthropods of Florida and Neighboring Land Areas, Vol. 11. Division of Plant Industry, Florida Department of Agriculture and Consumer Services, Gainesville, FL.

Inserra S. (1970). Il Ceroplastes rusci L. negli agrumeti della provincia di Catania. Bollettino del Laboratorio di Entomologia Agraria 'Filippo Silvestri', Portici, 28, 77–97.

Oztemiz S., Karacaoğlu M., Yarpuzlu F. (2008). Natural enemies of Ceroplastes species (Homoptera: Coccidae), their efficiency and population movement in citrus orchards in the Eastern Mediterranean region of Turkey. Journal of the Entomological Research Society. 10: 35-46.

Παπαδοπούλου Σ., Kaydan M.B., Μαγγανάρης Α. (2017). Ceroplastes japonicus (Gray) (Hemiptera: Coccidae): πρώτη καταγραφή στην Ελλάδα. Πρακτικά 17ου Πανελλήνιου Εντομολογικού Συνεδρίου, Αθήνα 19-22 Σεπτεμβρίου 2017.

Pellizzari G., Camporese P. (1994). The Ceroplastes species Del Guercio (Homoptera: Coccoidea) of the Mediterranean basin with emphasis on Ceroplastes japonicus Green. Annales de la Société Entomologique de France (N.S.) 30, 175–192.

Pellizzari G., Rainato A., Stathas G. (2010). Description of the immature female instars of Ceroplastes rusci (Linnaeus) (Hemiptera: Coccidae). Zootaxa 2556: 40–50.

Qin T.K., Gullan P.J. (1994). Taxonomy of the wax scales (Hemiptera: Coccidae: Ceroplastinae) in Australia. Invertebrate Taxonomy, 8, 923–959.

Shabana Y.M., Ragab M.E. (1997). Alternaria infectoria, a Promising Biological Control Agent for the Fig Wax Scale, Ceroplastes rusci (Homoptera: Coccidae), in Egypt, Biocontrol Science and Technology, 7:4, 553-564, DOI: 10.1080/09583159730613.

Silvestri F., Martelli G. (1908). La Cocciniglia del Fico (Ceroplastes rusci L.). Bollettino del Laboratorio di Zoologia Generale e Agraria, 2, 297–358.

Stathas G., Kavallieratos N., Eliopoulos P. (2003). Biological and ecological aspects of Chinese wax scale, Ceroplastes sinensis Del Guercio (Hemiptera: Coccidae): a two-year study from Central Greece. Australian Journal of Entomology (2003) 42, 271–275.

Talhouk A.M.S. (1975). Citrus pests throughout the world. Ciba-Geigy Agrochemicals, Basel, Switzerland. Technical Monograph No. 4. 21 pp.

Τζανακάκης Μ., Κατσόγιαννος Β. (2003). Έντομα καρποφόρων δέντρων και αμπέλου. Εκδόσεις ΑγροΤύπος Α.Ε., σελ. 209-300.

Σχετικά Άρθρα

  • Γιάννουλη Λάρισας
  • Αυτή η διεύθυνση Email προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
  • 2410-669107 & 2410-669108
  • 2410-669109

Όλα τα αγροτικά εφόδια καθηµερινά ενηµερωµένα µ’ ένα κλικ.

Αξιόπιστα κείµενα. Υψηλής ποιότητας φωτογραφίες.

Ψηφιακά εργαλεία αναγνώρισης και διαχείρισης προβληµάτων.

To blog διαχειρίζεται και ενημερώνει η Farmacon

Μια πρωτοπόρος εταιρία στο χώρο που παρέχει άμεση και έγκυρη ενημέρωση για όλα τα θέματα που αφορούν τον αγροτικό τομέα.

Δείτε πως μπορούν να σας βοηθήσουν οι καινοτόμες υπηρεσίες μας μέσα από την ιστοσελίδα της Farmacon.

Γνωρίστε τις υπηρεσίες μας